Το να σε καταγγέλλει η σημερινή Νέα Δημοκρατία ονομαστικά ως «φίλο των τρομοκρατών» και σχεδόν ως συνεργό τους και να ζητά τη διαγραφή σου από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι που λέει πολύ περισσότερα πράγματα για αυτόν που καταγγέλλει παρά για αυτόν που καταγγέλλεται. Το βασικό κυβερνητικό κόμμα έχει προχωρήσει αποφασιστικά στον δρόμο της Ακροδεξιάς και της πολιτικής της κουλτούρας αντιποιούμενο μερικά από τα χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής. Οι ύβρεις και οι συκοφαντίες κατά του ΣΥΡΙΖΑ και των στελεχών του αποτελούν ένδειξη απελπισίας αλλά και ακραίας ιδεολογικής αναδίπλωσης.

Προφανώς, η «φιλελεύθερη» Νέα Δημοκρατία ξεκινά από την ακραία αρνητική εκτίμησή της για τη Μεταπολίτευση. Θεωρεί ότι στη «σοβιετική» Ελλάδα της περιόδου 1974-2010 (που εγκαθίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής) αναπτύχθηκαν επικίνδυνα φαινόμενα, όπως η ανυποχώρητη τοποθέτηση των αριστερών και δημοκρατών δικηγόρων υπέρ των συνταγματικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων σε σοβαρές δίκες, είτε αυτές αφορούσαν την πολιτική ανυπακοή και την πολιτική βία (και το τμήμα αυτής που αφορά την πολιτική τρομοκρατία) είτε αφορούσαν υποθέσεις του κοινού εγκλήματος. Αρκετά χρόνια πριν από την ουσιαστική αναστολή του Συντάγματος και υποκατάστασή του από το μνημονιακό κράτος έκτακτης ανάγκης, δυνάμεις όπως το σημιτικό ΠΑΣΟΚ ή η καραμανλική Νέα Δημοκρατία με αφορμή τις «δίκες της τρομοκρατίας» του 2003-2004 καταπολέμησαν σθεναρά το τεκμήριο αθωότητας, τη θεσμική λειτουργία του συνηγόρου, τη μη χρήση βασανιστηρίων στην προανάκριση (περίπτωση Σάββα Ξηρού) και πάνω από όλα την έννοια του «πολιτικού εγκλήματος» (κατά το άρθρο 97 του Συντάγματος), αρνήθηκαν δηλαδή συστηματικά ότι η πολιτική τρομοκρατία αποτελεί τη βασική μορφή της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος και ότι χωρίς αυτήν το πολιτικό έγκλημα και η αρμοδιότητα των ορκωτών δικαστηρίων χάνει κάθε ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής.

Οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις κατασυκοφάντησαν τους νομικούς που εκπροσωπούσαν τους κατηγορούμενους για τρομοκρατία και τους πολίτες που έθεταν ζητήματα παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων, ακολουθώντας την παλιά καλή γερμανική συνταγή της «υπεραντίδρασης κατά της τρομοκρατίας» και των «συμπαθούντων» από τη δεκαετία του 1970 (ένα πραγματικό δηλαδή μακαρθικό κυνήγι μαγισσών). Ετσι, η «φιλελεύθερη» Νέα Δημοκρατία συγκρούεται άμεσα, τότε αλλά και τώρα, με τις ίδιες τις αστικές δημοκρατικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου, υιοθετώντας την άποψη ότι υπάρχουν ιδιαίτερες κατηγορίες κατηγορουμένων ή και κρατουμένων με διαβαθμίσεις στα δικαιώματά τους και καταργώντας ακόμη και την ισχύ των προβλέψεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή και άλλων «τυπολατριών», όπως κατά καιρούς έχουν τοποθετηθεί ηγετικά της στελέχη. Η αναφορά σε μαγικές έννοιες όπως η «τρομοκρατία» γίνεται το όχημα για να ανασταλούν και να κατασταλούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία.

Ταυτόχρονα, η σύγχρονη Δεξιά, αποτελώντας μια αντιδραστική δύναμη, αρνείται την επιστημονική και ερευνητική δράση και την κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων. Αρνείται τη δυνατότητα της μορφωτικής προσέγγισης και κατανόησης των μορφών της κοινωνικής και πολιτικής βίας και της ένταξής τους σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Με μια μέθοδο που θυμίζει την Ιερά Εξέταση έναντι του Γαλιλαίου, η Νέα Δημοκρατία εξισώνει τη δήθεν πολιτική συμπάθεια και ταύτιση με τη μειοψηφική ένοπλη βία με όποιον προσπαθεί να ερμηνεύσει και αναλύσει επιστημονικά την πολιτική βία και ιδίως εκείνη που κάμπτει το κρατικό μονοπώλιο βίας. Βιβλία (όπως και τα δικά μου) που ερμηνεύουν το δίπολο τρομοκρατία-αντιτρομοκρατία θα έπρεπε να μπουν σε έναν Index απαγορευμένων βιβλίων. Οπως και η τάξη και οι κοινωνικές σχέσεις που εκφράζει, έτσι και το ίδιο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας μεταβάλλεται σε παράγοντα καθυστέρησης, παρακμής και ηθικής σύγχυσης στην ελληνική κοινωνία.

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ