Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2012 που ξαφνικά βρέθηκα στη Μυτιλήνη. Λίγες ημέρες νωρίτερα ένα σκάφος γεμάτο μετανάστες, που προσπαθούσε να περάσει στην Ελλάδα Τούρκος διακινητής, ναυάγησε στα παράλια της Λέσβου και από το επόμενο πρωί η θάλασσα άρχισε να ξερνάει πτώματα -στο σύνολο μέχρι εκείνη τη στιγμή 21.

Ήταν μερικοί από τους εκατοντάδες που επιχειρούσαν εκείνο το διάστημα να φτάσουν στην Ελλάδα με βάρκες καρυδότσουφλα από τα παράλια της Τουρκίας. Η κατάσταση στη Συρία και ο φράχτης στον Έβρο, είχαν στρέψει όλη τη ροή μεταναστών προς τη Λέσβο -παλιά γνώριμη του φαινομένου. Στην αρχή με μικρές ροές, 10-15 άτομα κάθε τρεις μέρες περίπου αλλά όσο πλησίαζε το τέλος του χρόνου όλο και περισσότεροι κατέφθαναν βρεγμένοι και ταλαιπωρημένοι σε διάφορες ανατολικές παραλίες του νησιού.

Τόσοι πολλοί είχαν μαζευτεί που πλέον ούτε η Αστυνομία δεν τους συλλάμβανε, διότι δεν είχε πού να τους βάλει. Τα κρατητήρια είχαν φρακάρει από οικογένειες και παιδιά. Χώρος δεν υπήρχε, οι συνθήκες ήταν τραγικές, ούτε να τους ταΐσουν δεν είχαν κι έτσι τους άφηναν στους δρόμους. Ξεκίνησαν βροχές, παιδιά και έγκυες μούλιαζαν στα σκαλάκια του δημοτικού θεάτρου, έκανε κρύο και το πλήθος όλο και μεγάλωνε.

Την ίδια ώρα στο νησί, ένα προοδευτικό νησί με αριστερό παρελθόν, ομάδες κατοίκων από οργανώσεις όλων των ειδών, είχαν ήδη συσπειρωθεί προκειμένου να βοηθούν συνανθρώπους. Το είχαν ονομάσει το «Χωριό όλοι μαζί». Από το 2009 μέχρι και το Σεπτέμβρη του 2012 οι ροές μεταναστών είχαν σχεδόν σταματήσει κι έτσι η ομάδα είχε επικεντρώσει την προσοχή της σε θέματα αλληλεγγύης και βοήθειας σε συμπολίτες που είχαν ανάγκη λόγω κρίσης. Όταν όμως ξέσπασε το νέο κύμα μεταναστών και ειδικά μετά την επίθεση Χρυσαυγιτών σε κάποιους από αυτούς -ελάχιστοι είναι αυτοί στη Μυτιλήνη και περιορίζονται εύκολα- ανέλαβαν δράση. Πίεσαν το Δήμο και κατάφεραν να τους παραχωρήσει τις εγκαταστάσεις της κατασκήνωσης του ΠΙΚΠΑ στο νησί για να στεγάσουν τους μετανάστες. Εκεί οι εθελοντές πολίτες του «Ενα χωριό όλοι μαζί» έστησαν μέσα σε ένα απόγευμα ένα μηχανισμό στέγασης, σίτισης και ένδυσης, ένα πρότυπο ανοιχτό κέντρο υποδοχής μεταναστών και το λειτούργησαν εύρυθμα για ένα μήνα, καταφέρνοντας χωρίς προετοιμασία, χωρίς τεχνογνωσία κάτι που εδώ και χρόνια δεν είχε κάνει κανένας αρμόδιος.

Εκεί βρέθηκα για τέσσερις μέρες μαζί με το καλό μου φίλο και φωτογράφο, Γιώργο Μουτάφη. Κοιμήθηκα ελάχιστα, κουράστηκα πολύ, βράχηκα περισσότερο, κρύωσα όσο ποτέ άλλοτε. Αλλά δεν έχω ποτέ νιώσει πιο ευγνώμων για την τύχη μου που ήμουν εκεί.

Για ένα μήνα το ΠΙΚΠΑ, μια μεγάλη έκταση με γκαζόν, πεύκα, παιδική χαρά, 11 ξύλινα σπιτάκια και ένα κεντρικό διώροφο κτίριο που έως τότε ζωντάνευε μόνο τα καλοκαίρια όταν γέμιζε από παιδιά της κατασκήνωσης, έσφυζε από ζωή. Χαρούμενα πιτσιρίκια κάθε φυλής έπαιζαν στην παιδική χαρά, στο κεντρικό κτίριο εθελοντές οργάνωναν τα γεύματα, κυρίες κατέφθαναν κουβαλώντας ζεστές κατσαρόλες, δεκάδες πολίτες μαγείρευαν στις κουζίνες τους για να ταΐζουν όλο αυτόν τον κόσμο που κάποιες μέρες έφτανε τα 145 άτομα. Κάτοικοι, μαγαζάτορες, η Εκκλησία, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, σύλλογοι μάζευαν τρόφιμα, ρουχισμό, φάρμακα. Οι εθελοντές έλυναν τα τεχνικά προβληματα, φέρνοντας με δικά τους έξοδα τους απαραίτητους μάστορες -κάποιοι από αυτούς προσέφεραν εθελοντικά την εργασία. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είχαν στήσει το αυτοσχέδιο ιατρείο τους. Οι πρόσκοποι στέκονταν έξω από τα σούπερ μάρκετ και ζητούσαν από τους πελάτες να δώσουν κάτι για το Χωριό. Η ομάδα κρουστών της πόλης μάζευε χρήματα λέγοντας τα κάλαντα και τα πρόσφερε στην προσπάθεια. «Μερικές ημέρες λέγαμε δεν υπάρχει περίπτωση να φτάσει το φαγητό κι όμως στο τέλος πάντα γινόταν ένα μικρό θαύμα», μου έλεγε τότε η Βασιλική Ανδρεαδέλη, που ήταν υπεύθυνη σίτισης, και σχεδόν σαν ταχυδακτυλουργός συντόνιζε την κατάσταση. Βοηθός της ο Μαγκντί, πολιτικός πρόσφυγας από το Ιράν που είχε κάνει αίτηση για άσυλο, αλλά πέρασε τρεις μήνες στο κρατητήριο. Με εγγύηση του δικτύου των οργανώσεων βγήκε και τώρα βοηθούσε στις μεταφράσεις και το συντονισμό. Όταν έλειπε, το να πεις «το πλαστικό κουτάλι μη το πετάξεις μετά, κράτα το» στα φαρσί, ήταν άθλος. Στο διπλανό δωμάτιο, αυτό των ρούχων, οι μετανάστες έμπαιναν σε μικρά γκρουπ, δοκίμαζαν, έψαχναν, κυρίως για δερμάτινα παπούτσια για να μην μπαίνουν νερά, ντρέπονταν λίγο, ευχαριστούσαν συνέχεια, «α καλέ σου πάει» τους έλεγαν οι εθελόντριες, γελούσαν όλοι μαζί. Μια κυρία με μαλλί κομμωτηρίου που έφερνε κάθε μέρα φαγητό από το σπίτι της ρωτούσε επίμονα αν τα σάντουιτς που περίμεναν να μοιραστούν είχαν ζαμπόν ή γαλοπούλα. Προς τι το τόσο γκουρμέ ενδιαφέρον για τα σάντουιτς, ρώτησα το Γιώργο. «Οι μετανάστες δεν τρώνε χοιρινό, είναι μουσουλμάνοι», μου υπενθύμισε και οι άνθρωποι εδώ αγχώνονταν και για αυτό.

Δεν ήταν μόνο δική μου αίσθηση. Ο Μπάρναμπι Φίλιπς, από τους γνωστότερους ανταποκριτές του βρετανικού Αλ Τζαζίρα ήταν στη Μυτιλήνη για το «Ενα χωριό όλοι μαζί» κι έμοιαζε εξίσου συνεπαρμένος. «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο», μου είπε. «Αυτή η προσπάθεια είναι μοναδική».

«Δεν μπορεί μια κοινωνία να νιώθει καλά και να κάνει Χριστούγεννα σαν να μην τρέχει τίποτα όταν στις θάλασσές της πνίγονται άνθρωποι, γυρνάνε πεινασμένοι στους δρόμους ή στοιβάζονται οικογενειακώς σε κρατητήρια. Το εγχείρημα του ΠΙΚΠΑ έδωσε τη δική του πρότυπη λύση, απέδειξε ότι ένα ανοιχτό κέντρο υποδοχής, απάντηση στις ανθρωποφυλακές τύπου Αμυγδαλέζα που στη Μυτιλήνη δε θέλει κανείς, είναι εφικτό. Ας αξιοποιηθούν οι κοινοτικοί πόροι που δικαιούται η χώρα για αυτό το σκοπό κι ας γίνει κάτι επιτέλους», μου έλεγε τότε η Εφη Λατσούδη, μια εκ των βασικών συντελεστών της προσπάθειας.

Ο πατέρας Κύριλλος και το μοναστήρι του, ο Προφήτης Ηλίας, συνεισέφεραν κι αυτοί στην προσπάθεια, υπενθυμίζοντας μας ότι δεν είναι όλοι οι παπάδες Σεραφείμ. Με τις διακόνισσές του είχε αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος του μαγειρέματος για το χωριό. Πήγα να τον βρω. «Αυτές τις ημέρες είδαμε τι έγινε στην Αμερική», μιλούσε ήρεμα, αναφερόμενος στην τότε τραγωδία του Νιούταουν όπου ένας 24χρονος είχε ανοίξει πυρ μέσα σε ένα δημοτικό σκοτώνοντας 27 άτομα, τα περισσότερα παιδιά. «Όλοι πονέσαμε, είδαμε την αντίδραση του κόσμου, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Κι από την άλλη ζήσαμε μια άλλη πραγματικότητα εδώ. Μαζεύουμε μέσα από τα φύκια πτώματα ανθρώπων και κανένας δε νοιάζεται για αυτούς. Θα τους θάψουμε χωρίς να τους γυρέψει ποτέ κανείς, αυτοί δεν έχουν σημασία; Αν πνίγονταν 30 κατσίκες, και συγγνώμη που μιλώ έτσι, θα έβγαινε κι ένας οικολόγος και θα έλεγε τα καημένα τα ζώα, πνίγηκαν. Τριάντα ζώα. Για αυτούς τους ανθρώπους υπήρξε μόνο μια πολιτική φωνή, προσπαθούσε ο καθένας να χρυσώσει το χάπι της ευθύνης του και τίποτε άλλο. Παίζουμε ένα παιχνίδι στην πλάτη τους. Εμείς βοηθήσαμε τους εθελοντές του Χωριού, όχι από θρησκευτικό καθήκον, αλλά επειδή αισθανόμαστε ότι όλοι είμαστε άνθρωποι -άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Δεν μπορώ να τρώω εγώ κι ο άλλος να πεινάει ή να είναι πνιγμένος σε μια παραλία κι εγώ να κάνω Χριστούγεννα. Θα μπορούσαμε να πούμε ένα τυπικό “θα προσευχηθούμε για αυτούς”, αλλά ο χριστιανισμός δεν είναι αυτό. Εμείς κάναμε το ελάχιστο. Θαυμάζω τους απλούς ανθρώπους της Λέσβου που στέρησαν το χρόνο τους από τα παιδιά τους, από τις δουλειές τους για να βοηθήσουν. Όλοι κάνουμε την προσωπική μας υπέρβαση. Δεν είναι καθήκον, είναι ο νόμος της αγάπης. Έτσι έχει μάθει να χτυπάει η καρδιά, έτσι πρέπει να πορευόμαστε.»

Την πρώτη μέρα που έφτασα στο νησί ήταν Τρίτη. Είχα ξυπνήσει στις 5 το πρωί για να πάρω το αεροπλάνο κι ήμουν στη Μυτιλήνη κατά τις 10, άυπνη και νηστική. Κουβαλούσα τη βαλίτσα μου, το λαπτοπ και την τσάντα μου και ήλπιζα ότι πριν ξεκινήσω το ρεπορτάζ θα βρω λίγο χρόνο να τα αφήσω κάπου, σε κάποιο σπίτι που θα μας φιλοξενούσαν και θα βάλω κάτι στο στόμα μου. Σπανίως δίνονται τέτοιες ευκαιρίες στα ρεπορτάζ εκτός Αθηνών, όσο κι αν οι γνωστοί λένε πάντα «καλές διακοπές» όταν μαθαίνουν ότι φεύγεις για θέμα. Ο Γιώργος ήταν κάθετος, έπρεπε να βιαστούμε. Περάσαμε εκείνο το πρώτο μεσημέρι στο πέρα δώθε, κατασκήνωση, αστυνομία, συνεντεύξεις. Κατά τις 4 το απόγευμα υπήρχε μια ελπίδα να μαζευτούμε για pit stop μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο του Γιώργου χτυπάει πάντα με διάφορες πληροφορίες που δεν ξέρεις ποτέ από πού έρχονται. Μια ακόμα βάρκα με 30 άτομα είχε φτάσει στην παραλία του χωριού Μανταμάδος, βορειοανατολικά του νησιού. Οι μετανάστες προσπαθούσαν να φτάσουν στην κατασκήνωση του ΠΙΚΠΑ (είχαν ήδη μάθει για αυτήν) με τα πόδια. Δεν το ήξεραν, αλλά απείχαν 30 χιλιόμετρα. Δεν πρόλαβα καν να σαστίσω, σαν πλαστική κούκλα ο Μουτάφης με άρπαξε και με έβαλε στο αυτοκίνητο. Δεν ξέρω πόση ώρα πηγαίναμε, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Πρέπει να είχαν περάσει 40 λεπτά, βρισκόμασταν στο πουθενά, ούτε σπίτια, ούτε χωριά, όταν τους είδαμε σε μικρές ομάδες να κατηφορίζουν. Οικογένειες με παιδιά, αποκαμωμένες από το περπάτημα -είχαν ήδη κάνει 5-6 χιλιόμετρα ύστερα από μια ολόκληρη νύχτα μέσα στη βάρκα σε θαλασσοταραχή- έγκυες, άντρες νέοι και μεγαλύτεροι. Αφήσαμε το αυτοκίνητο στην άκρη και βγήκαμε στο δρόμο. «Μήπως να μεταφέρουμε μερικούς; Έστω τις έγκυες και τα παιδιά;», είπα δειλά. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Το να μεταφέρεις λαθρομετανάστες, ακόμα και σε αυτή την κατάσταση, είναι παράνομο και μπορεί να συλληφθείς για trafficking. Αν είσαι δημοσιογράφος δε, και έχεις πάει εκεί για θέμα, το πρόβλημά σου δε μένει μόνο στη σύλληψη, αλλά και στις εξηγήσεις που θα χρειαστεί να δώσεις στον εργοδότη σου. Εκτός αυτού, είναι λάθος να χωρίζεις την ομάδες, μεταφέροντας μερικούς και αφήνοντας άλλους πίσω. Διστάζαμε. Μέχρι που άρχισε να βρέχει. Ελαφρά στην αρχή. Στη Μυτιλήνη όταν ξεκινάει να βρέχει καμιά φορά ξεχνάει να σταματήσει. Ήταν από εκείνες τις φορές. Ένιωθα το πλατσούρισμα της πατούσας μου μέσα στη μπότα από τα πρώτα 5 λεπτά, όταν είδαμε μια οικογένεια να έχει σταματήσει σε μια στροφή. Ένα αγοράκι όχι πάνω από 6 χρονών έκλαιγε πεσμένο στο χώμα, ο πατέρας του έτριβε τα πόδια για να μην παγώσουν, η μητέρα του και μια έγκυος πλάι τους. «Αυτό ήταν, θα τους πάρουμε», μου φώναξε ο Γιώργος. Με λίγα αγγλικά, λίγα φαρσί που θυμόταν από τις περιπέτειές του, και λίγη γλώσσα του σώματος συνεννοηθήκαμε με τους άντρες της ομάδας. Θα παίρναμε το παιδί, τη μητέρα του, την έγκυο κι άλλη μια μανά με ένα κοριτσάκι και θα στέλναμε άλλα δύο αυτοκίνητα να πάρουν τις υπόλοιπες γυναίκες και παιδιά. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Οι τρεις γυναίκες πίσω, στην αγκαλιά τους το κορίτσι. «Θα τον πάρεις στην αγκαλιά σου;» μου έκανε νόημα η μητέρα του 6χρονου, για να χωρέσει. Τον έβαλα πάνω μου στον μπροστινό κάθισμα. Φορούσε την κουκούλα του ακόμα και τα χέρια του ήταν πιο παγωμένα κι από μάρμαρο. Ανάψαμε το καλοριφέρ στο φουλ. Ήταν τόσο ακίνητος που τσέκαρα το σφυγμό του. Όσο ζέσταινε το αμάξι, τον ένιωθα να χαλαρώνει, μέχρι που έγειρε στο μπράτσο μου και τον πήρε ο ύπνος. Έπιασα το χέρι του να το ζεστάνω και με κράτησε σφιχτά. Ο Αμίρ Χουσείν είχε σώσει τη χρονιά μου.

Λίγη ώρα αργότερα στο ΠΙΚΠΑ, οι εθελοντές παραλάμβαναν τους νέους φιλοξενούμενους, τους έδιναν στεγνά ρούχα, φαγητό και τους έβλεπε γιατρός. Ο Αμίρ κοιμόταν ακόμα. Δεν μπορούσα να μείνω, έπρεπε να ξαναγυρίσουμε με δύο αυτοκίνητα να πάρουμε τους υπόλοιπους και η βροχή ήταν πια καταρρακτώδης.

Την άλλη μέρα, είχε βγει ήλιος, τα πιτσιρίκια έπαιζαν στην παιδική χαρά, εγώ ήμουν επιτέλους στεγνή και φαγωμένη, το ίδιο κι ο Αμίρ Χουσείν που ήρθε να μας πει ευχαριστώ, όπως τον δασκάλεψε η μαμά του, αγκαλιά με τον Μπομπ το Σφουγγαράκι που του έκαναν δώρο οι εθελόντριες. Κέρδισα και μια ντροπαλή αγκαλιά.

Τρεις μέρες μετά το χωριό έκλεισε. Η αστυνομία άδειασε το ΠΙΚΠΑ επισπεύδοντας τις διαδικασίες των υπηρεσιακών σημειωμάτων που απαιτούνται για να προωθηθούν οι μετανάστες στην Αθήνα, μάζεψε τον κόσμο σε κλούβες και τον έστειλε στην πρωτεύουσα. Όλη αυτή η ιστορία εξέθετε τις αρχές. Ένα μάτσο πολίτες κατάφεραν κάτι που ένα ολόκληρο κράτος δεν ήθελε να καταφέρει τόσα χρόνια.

«Μα πού πάνε; Έφερα φοινίκια!» φώναζε μια καλοντυμένη ηλικιωμένη κυρία που έφτανε στην κατασκήνωση την ώρα έφευγαν οι τελευταίοι. Λίγο πριν κλείσει η πόρτα του αστυνομικού βαν, έδωσε την κούτα με τα φοινίκια, όπως λένε στη Μυτιλήνη τα μελομακάρονα, στους επιβάτες «για το δρόμο», ο αξιωματικός επιβιβάστηκε, τα μέλη αυτής της παράδοξης, αλλά βαθιά ανθρώπινης μικρής κοινότητας που δημιουργήθηκε για λίγο, αποχαιρετήθηκαν.

Ξέρετε, τα τελευταία χρόνια ζούμε τα πιο φρικτά νέα της ζωής μας κάθε μέρα. Αν το συνδυάσεις και με μια γενναία μερίδα προσωπικών προβλημάτων, κινδυνεύεις να χάσεις την ελπίδα σου για πάντα. Εκείνη την περίοδο ήμουν πολύ κοντά. Μέχρι που γνώρισα αυτούς τους ανθρώπους. Αυτή τη μικρή κοινωνία.

Γράφει: Μανίνα Ντάνου – Φωτογραφίες: Γιώργος Μουτάφης
Πηγή: vice.com