Η συστηματική ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, στην οποία επιδίδεται συνολικά η ακροδεξιά και τα τελευταία χρόνια η ναζιστική πτέρυγά της, έχει αποτελέσει ένα πρώτης τάξης εργαλείο για την διάδοση φασιστικών αντιλήψεων στη χώρα, οι οποίες, βέβαια, έχουν συνδράμει με τη σειρά τους στην εκλογική άνοδο του νεοναζιστικού μορφώματος. Το πεδίο δράσης, άλλωστε, ήταν ανοιχτό από την κυρίαρχη εθνολαϊκιστική πολιτική προσέγγιση που επί χρόνια προστατεύει τους εθνικούς μύθους, για να πουλάει πατριωτισμό. Έτσι, ποτέ δεν έγινε ανοιχτός και θεσμικός διάλογος για την ιστορία του τόπου, οδηγώντας στην αποσιώπηση σημαντικών πτυχών του παρελθόντος, με την ιστορική αλήθεια να αποτελεί ένα επτασφράγιστο μυστικό για λίγους και αποφασισμένους.

Χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της αντίληψης της Ιστορίας είναι αυτή της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης που επί αιώνες ήταν μια πολύχρωμη μεγαλούπολη του κόσμου, σε μεγάλο βαθμό εβραϊκή. Ήδη, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς και την ένταξή της στον εθνικό κορμό της Ελλάδας, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης πολεμήθηκαν από τους παρακρατικούς με εμπρησμούς και άλλες μεθόδους. Αυτοί οι παρακρατικοί μηχανισμοί είναι οι ίδιοι, που έδρασαν και στον πόλεμο, ως συνεργάτες των Ναζί και βέβαια ως διώκτες των Εβραίων, οι οποίοι, όμως, με τις ιστορικές εξελίξεις που ακολούθησαν την απελευθέρωση, βρέθηκαν απ την πλευρά των νικητών, δηλαδή αυτών που γράφουν την Ιστορία.

Σε αυτή την Ιστορία δεν υπήρχε πολύς χώρος για την εξιστόρηση του γεγονότος ότι η Θεσσαλονίκη είναι μία από τις πλέον μαρτυρικές πόλεις του Ολοκαυτώματος, καθώς από τις γειτονιές της ξεριζώθηκε, για να εξοντωθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το σύνολο σχεδόν του εβραϊκού πληθυσμού, που αριθμούσε τότε πάνω από 50.000 ανθρώπους. Ακόμα και τα ονόματα της πόλης λειτούργησαν μέχρι πρόσφατα ως προπέτασμα για την ιστορική αναλήθεια, με δύο ονόματα συνεργατών των Ναζί να “κοσμούν” τις πινακίδες αντίστοιχων οδών.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια οι δράσεις μνήμης στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία δημοτικών παρατάξεων, της διοίκησης του δήμου, αλλά και της κοινωνίας των πολιτών, με πρωτεργάτη την Αντιφασιστική Συνέλευση Αλληλεγγύης, πολλαπλασιάζονται κι αυτό είναι παρήγορο, αλλά το κενό στην ιστορική μνήμη ήταν πολύ μεγάλο και είδαμε πώς το εκμεταλλεύθηκαν κάποιοι μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι γνωστός αρνητής του Ολοκαυτώματος διεκδικεί με αξιώσεις θέση στα έδρανα του δημοτικού συμβουλίου στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές, ενώ συγχρόνως οι νεοναζί τολμούν να εμφανίζονται και στις εκλογές του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, υπενθυμίζει τραγικά πόσο μεγάλο είναι το έλλειμμα στη συλλογική ιστορική μνήμη της πόλης και συνάμα πόσο πιθανή είναι η επανάληψη των ολέθριων συλλογικών λαθών του παρελθόντος.

Σ’ αυτό το έλλειμμα συντέλεσε αποφασιστικά και η παντελής απουσία της μελέτης της εβραϊκής ιστορίας της πόλης από το Πανεπιστήμιό της, κενό που όφειλε να έχει καλύψει η Πολιτεία προ πολλού, μαζί με τις άλλες υποχρεώσεις της για την διατήρηση της συλλογικής μνήμης, όπως την ιστορική ανάδειξη της Πλατείας Ελευθερίας.

Στους καιρούς των μνημονίων, η γενικευμένη απαξίωση της Παιδείας δεν αφήνει περιθώρια για την ποιότητα και το εύρος των ακαδημαϊκών σπουδών της Θεσσαλονίκης, αλλά συγχρόνως η ιστορική αφύπνιση της τοπικής κοινωνίας, μέσα από την πανεπιστημιακή της κοινότητα, είναι περισσότερο επείγουσα από ποτέ. Αυτό το κενό ήρθε να καλύψει η πρωτοβουλία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης με την συμφωνία να χρηματοδοτήσει την ίδρυση έδρας Εβραϊκών Σπουδών στο Α.Π.Θ.

Η Ισραηλιτική Κοινότητα, με την προσφορά αυτή, αναλαμβάνει έμπρακτα τις ευθύνες της, ως το κομμάτι της πόλης που έχει και το αμεσότερο ενδιαφέρον για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης της για το Ολοκαύτωμα. Ταυτόχρονα, αυτή η συμφωνία είναι μια πρώτη απόπειρα αυτοοργάνωσης των ακαδημαϊκών σπουδών της Θεσσαλονίκης, δίπλα σε άλλα, εξίσου απαραίτητα εγχειρήματα αφύπνισης των πολιτών, όπως οι εκδηλώσεις μνήμης και άλλες αντιφασιστικές δράσεις.

Σε πολιτικό επίπεδο, η συνεργασία της Ισραηλιτικής Κοινότητας με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αποτελεί μια ηχηρή απάντηση στην αδράνεια του Υπουργείου Παιδείας στο συγκεκριμένο τομέα, η οποία αποτελεί πολιτική του επιλογή, καθώς το κυβερνών κόμμα εσκεμμένα “ψαρεύει” ψηφοφόρους στα θολά νερά του εθνολαϊκισμού και της ακροδεξιάς ρητορείας. Η συνεργασία αυτή δείχνει σήμερα την ανάγκη για την τοπική κοινωνία, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας οφείλει να είναι η ακαδημαϊκή κοινότητα, να βρει κοινές δράσεις, για να αντιμετωπίσει πολύπλευρα και ενωμένη τη φασιστική απειλή.

Αυτή η πρωτοβουλία, όπως κάθε ανάλογη για την παιδεία και τον πολιτισμό, θα δώσει καρπούς σε βάθος χρόνου. Ποτέ δεν είναι αργά, όμως, για να μπαίνουν σπόροι για την ιστορική αφύπνιση. Η συλλογική μνήμη ενός τόπου και των κατοίκων του είναι το μόνο αντίδοτο απέναντι στο μίσος και στην επανάληψη των ίδιων λαθών. Ακόμα κι όταν οι “ανεπιθύμητοι” της κυρίαρχης πολιτικής ρητορείας δεν είναι πια τόσο οι Εβραίοι, όσο οι “μετανάστες τραγικής ποιότητας” που πνίγονται από λιμενικούς στα νερά του Αιγαίου.

Ας γίνουμε, λοιπόν, κοινωνοί μιας ευρείας συμμαχίας απέναντι στο φασισμό, καλωσορίζοντας και συγχαίροντας όποιους και όποιες θέλουν να τη στηρίξουν. Το πραγματικό μέτωπο, σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, είναι το μέτωπο της υπεράσπισης της αξίας του ανθρώπου. Μόνο πάνω σ’ αυτό θα μπορέσουμε να χτίσουμε τις λύσεις για τα υπόλοιπα αδιέξοδα της κοινωνίας μας.

*Η Ελεάννα Ιωαννίδου είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης και συντονίστρια της Θεματικής Ομάδας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Οικολόγων Πράσινων

Πηγή tvxs.gr