gynaikΤη μεγάλη διάσταση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταδεικνύει η μεγαλύτερη έρευνα που έχει διεξαχθεί μέχρι σήμερα παγκοσμίως, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Η τεράστια διάσταση του προβλήματος αποδεικνύει ότι η βία κατά των γυναικών δεν αφορά απλώς έναν περιορισμένο αριθμό γυναικών, επηρεάζει καθημερινά ολόκληρη την κοινωνία. Συνεπώς, τα κράτη-μέλη πρέπει να επανεξετάσουν τα μέτρα που παίρνουν για την αντιμετώπιση όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών οπουδήποτε και αν συμβαίνουν. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν και δεν πρέπει να αγνοηθούν» επισήμανε στη διάρκεια της παρουσίασης ο κ. Μόρτεν Κγιέρουμ, διευθυντής του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA) που διεξήγε την έρευνα με τη μέθοδο των προσωπικών συνεντεύξεων.
Οι 42.000 γυναίκες, ηλικίας 18-74 ετών, που συμμετείχαν στην έρευνα ερωτήθηκαν σχετικά με εμπειρίες σωματικής, σεξουαλικής, ενδοοικογενειακής και ψυχολογικής βίας, καθώς και για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης, επίμονης παρακολούθησης, αλλά και για τον ρόλο των νέων τεχνολογιών στις εμπειρίες κακοποίησης.
Στο πλαίσιο αυτό, το 33% των γυναικών στην ΕΕ έχουν πέσει θύματα σωματικής ή/και σεξουαλικής βίας από την ηλικία των 15 ετών και πάνω, που αντιστοιχεί σε περίπου 62 εκατομμύρια γυναίκες. Το ποσοστό αυτό στην χώρα μας διαμορφώνεται στο 25% των γυναικών που συμμετείχαν.
Θύμα βίας από τον σύντροφό τους το 22%
Σύμφωνα με την έκθεση του FRA, το 22% των γυναικών στην ΕΕ έχουν πέσει θύματα σωματικής ή/και σεξουαλικής βίας από το σύντροφό τους, ενώ 5% έχει πέσει θύμα βιασμού. Επίσης, σημαντικό μερίδιο της βίας κατά των γυναικών κατέχει η ψυχολογική βία, με ποσοστό 43% των συμμετεχουσών να έχουν βιώσει κάποια μορφή ψυχολογικής βίας από έναν τέως ή νυν σύντροφο, όπως δημόσιο εξευτελισμό, απαγόρευση εξόδου από το σπίτι ή κλείδωμα στο σπίτι, εξαναγκασμό να δουν πορνογραφικό υλικό και απειλές χρήσης βίας. Στην Ελλάδα, οι γυναίκες που ανταποκρίθηκαν θετικά στις ερωτήσεις περί ψυχολογικής βίας ανέρχονται στο 33% των ερωτώμενων, ποσοστό και πάλι κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παιδική ηλικία
Ξεχωριστό κομμάτι της έρευνας αποτέλεσε η βία κατά γυναικών στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, δηλαδή κάτω των 15 ετών. Από τις ερωτώμενες το 35% ανέφερε ότι είχε εμπειρίες σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχολογικής βίας κατά την παιδική ηλικία από κάποιον ενήλικα, ποσοστό που στη χώρα μας διαμορφώνεται στο 25%. Από το σύνολο των γυναικών, το 12% να αναφέρουν εμπειρίες σεξουαλικής βίας, οι μισές εκ των οποίων προέρχονταν από άνδρες τους οποίους δεν γνώριζαν. Περιπτώσεις που αφορούν συνήθως περιστατικά όπου κάποιος ενήλικας επιδεικνύει τα γεννητικά του όργανα ή αγγίζει τα γεννητικά όργανα ή το στήθος του παιδιού.
Ανάρμοστη συμπεριφορά και Διαδίκτυο
Στις νεότερες μορφές βίας, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά από τον νόμο σε όλες τις χώρες της ΕΕ, εντάσσονται η επίμονη παρακολούθηση, αλλά και οι ανάρμοστες συμπεριφορές στο Διαδίκτυο. Συγκεκριμένα, το 18% των γυναικών έχουν πέσει θύματα επίμονης παρακολούθησης (stalking) από την ηλικία των 15 ετών και άνω, με το 5 % αυτών να εντοπίζει το φαινόμενο κατά τους 12 μήνες που προηγήθηκαν της συνέντευξης. Αυτό το ποσοστό σε αντιπροσωπευτικό δείγμα γυναικών αντιστοιχεί σε 9 εκατομμύρια γυναίκες στην ΕΕ. Επίσης, 21% των γυναικών που έχουν πέσει θύματα stalking ανέφεραν ότι διήρκεσε περισσότερα από δύο χρόνια.
Ανάρμοστες προτάσεις σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης ή ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα ή SMS σεξουαλικού περιεχομένου έχει δεχθεί το 11% των γυναικών, ενώ στις νεότερες ηλικίες, δηλαδή 18-29, το 20% των γυναικών έχει πέσει θύμα αυτής της μορφής ηλεκτρονικής παρενόχλησης.
Περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης κάποιας μορφής ανέφερε στις συνεντεύξεις του το 55% των γυναικών, με τον αυτουργό στο 32% αυτών των περιπτώσεων να είναι προϊστάμενος, συνάδελφος ή πελάτης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών σε ποσοστό 67% δεν προέβη σε καταγγελία σοβαρού περιστατικού βίας από σύντροφο στην αστυνομία ή έστω σε κάποια άλλη οργάνωση.
Προτάσεις για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών
 
Στόχος της έρευνας, η οποία ανταποκρίθηκε στην ανάγκη συγκέντρωσης μετρήσιμων στοιχείων για τη βία κατά των γυναικών στην Ευρώπη είναι η ανάδειξη της αναγκαιότητας ανάληψης άμεσης δράσης από ένα ευρύ φάσμα ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτών, ιατρών, ψυχολόγων και φορέων παροχής υπηρεσιών Διαδικτύου, με στόχο την καταπολέμηση του φαινομένου.
Στην έκθεσή του ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβάλλει σειρά προτάσεων για την υποστήριξη των υπευθύνων χάραξης πολιτικής σε ευρωπαϊκό, αλλά και εθνικό επίπεδο για τη θέσπιση και εφαρμογή ολοκληρωμένων μέτρων πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών.
Όπως επισημαίνεται, τα κράτη-μέλη πρέπει να επικυρώσουν τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης -μέχρι σήμερα έχει κυρωθεί μόνο από την Αυστρία, την Πορτογαλία και την Ιταλία- για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, γνωστή ως Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης.
Επίσης, τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τη βία από ένα σύντροφο ως δημόσιο και όχι ιδιωτικό ζήτημα. Συνεπώς, οι εθνικές νομοθεσίες θα πρέπει να αντιμετωπίζει τον βιασμό εντός γάμου με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται τα υπόλοιπα περιστατικά βιασμού και την ενδοοικογενειακή βία ως μείζον ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος.
Στο ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης θα πρέπει να επανεξετασθούν οι εθνικές πολιτικές, αναγνωρίζοντας ότι μπορεί να σημειωθεί σε διάφορα περιβάλλοντα και μέσω πλέον διαφορετικών μέσων, όπως το Διαδίκτυο ή τα κινητά τηλέφωνα. Επίσης, οι διαδικτυακές πλατφόρμες και οι πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης πρέπει να παίρνουν μέτρα περιορισμού μορφών ανεπιθύμητης συμπεριφοράς και να βοηθούν ενεργά τα θύματα ηλεκτρονικής παρενόχλησης έτσι ώστε να αναφέρουν τα περιστατικά κακοποίησης.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν ακόμη οι αστυνομικές αρχές, οι επαγγελματίες υγείας, οι εργοδότες και οι ειδικές υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων, που πρέπει να είναι κατάλληλα καταρτισμένοι και να διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους και εξουσίες, ώστε να παρέχουν αποτελεσματική βοήθεια στα θύματα. Η Αστυνομία και οι άλλες σχετικές υπηρεσίες πρέπει να κατανοούν τον αντίκτυπο της ψυχολογικής κακοποίησης στα θύματα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αναγνώριση, η καταγραφή και η ανάληψη δράσης έναντι όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών και κοριτσιών.
Πηγή: tovima.gr