Στις 11 Φεβρουαρίου 2014 το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, έπειτα από ερώτημα του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας εξέδωσε την πρωτοφανή για τον ελληνικά – και όχι μόνο – νομικά χρονικά 44/2014 γνωμοδότησή του με την οποία δίνεται τέλος στις πολιτικές και νομικές αναζητήσεις της ΕΛΑΣ και του Υπουργού της για το τι μέλλει γενέσθαι με τους κρατούμενους αλλοδαπούς του «Ξένιου Δία». Θυμίζουμε ότι σήμερα, στην εκπνοή του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου κράτησης των 18 μηνών από την έναρξη της τεράστιας αυτής επιχείρησης σκούπα, χιλιάδες αλλοδαποί παραμένουν έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το ελληνικό κράτος αρνείται εμπράκτως να τους απελευθερώσει, ως οφείλει με βάση τους ισχύοντες κανόνες του εθνικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου. Προς το σκοπό αυτό δε επιστράτευσε το νομικό του συμπαραστάτη, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το οποίο προέβη με την ανωτέρω γνωμοδότηση σε ένα άκρως παράνομο, παράλογο και αυθαίρετο νομικό κατασκεύασμα, το οποίο ξεκαθαρίζει την κατάσταση, γνωμοδοτώντας ότι κάθε ένας από τους μη απελαθέντες αλλοδαπούς μπορεί να μην αφεθεί ελεύθερος «αλλά να του επιβληθεί αυτόματα ο περιοριστικός όρος υποχρεωτικής διαμονής του στο κέντρο προαναχωρησιακής κρατήσεως μέχρις ότου συνεργασθεί με τις αρμόδιες αρχές».
Το εν λόγω μέτρο κρίνεται νόμιμο σύμφωνα με τους συντάκτες καθώς «με την απελευθέρωση όλων των παράνομων αλλοδαπών, […] κινδυνεύει το δημόσιο συμφέρον και ο σκοπός της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, αφού οδηγούμεθα σε έμμεση “νομιμοποίηση” της παραμονής τους […] ενώ παράλληλα εκτιμάται με βεβαιότητα […] ότι η απελευθέρωση αυτή θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην ραγδαία αύξηση του πληθυσμού των μη νόμιμων μεταναστών στο εσωτερικό, με τις εντεύθεν δυσμενείς συνέπειες στη δημόσια τάξη και ασφάλεια» και έτσι «προστατεύεται συγχρόνως με το δημόσιο συμφέρον και το ατομικό τους συμφέρον  αφού πρόκειται για ευάλωτα άτομα, χωρίς μόνιμη διαμονή, χωρίς νόμιμα έγγραφα και χωρίς δυνατότητα να εργασθούν και κινδυνεύουν να πέσουν σε μεγάλη ένδεια ή σε παράνομα κυκλώματα εκμεταλλεύσεώς τους».

 

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει την έντονη ανησυχία αλλά και αποδοκιμασία της για το εν λόγω δήθεν νομικό κείμενο που καταλύει ευθέως και απροκάλυπτα κάθε αρχή δικαίου και οδηγεί στον πλήρη εξευτελισμό αυτού που σε άλλες εποχές θα αποκαλούσαμε δυτικό νομικό πολιτισμό ή κουλτούρα.

Εν προκειμένω κατ’ αρχήν σύσσωμο το ελληνικό κράτος ομολογεί εμπράκτως και με τη βούλα των νομικών συμπαραστατών του την αποτυχία/απροθυμία του να προβεί σε επιστροφές αλλοδαπών. Αυτό σημαίνει ομολογία πλήρους αποτυχίας των μεθόδων τύπου «στρατοπέδων συγκέντρωσης», τα οποία βαπτίζονται σήμερα κατ’ ευφημισμό κέντρα προαναχωρησιακής κρατήσεως. Δεύτερον η αποτυχία/απροθυμία αυτή μετακυλύεται εξ ολοκλήρου στους αλλοδαπούς, σα να εξαρτάται από αυτούς η άσκηση της κρατικής πολιτικής μ’ αυτόν ή τον άλλο τρόπο. Τρίτον, το ΝΣΚ κάνει ότι ξεχνά σωρεία αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που καταδικάζουν τη χώρα για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση εντός των στρατοπέδων συγκέντρωσης, δεδομένου ότι τυγχάνει να είναι ο υπεύθυνος για την εκτέλεσή τους. Τέταρτον και πιο σημαντικό: επιχειρείται μια άκρως επικίνδυνη και φοβική ακροβασία που θα ζήλευαν και τα πιο απολυταρχικά καθεστώτα: αφού δεν χωράει αλλιώς στο Σύνταγμα, η απόλυτη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας βαπτίζεται περιοριστικός όρος υποχρεωτικής διαμονής σε χώρο κράτησης προς διαφύλαξη δήθεν του δημοσίου συμφέροντος αλλά και του ατομικού κάθε αλλοδαπού.

 

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να θυμίσουμε στους νομικούς του ΝΣΚ αυτό που ο κάθε πρωτοετής φοιτητής νομικής πολύ καλά γνωρίζει: ότι η πλήρης στέρηση της ελευθερίας ονομάζεται κράτηση και όχι περιοριστικός όρος, ως τέτοιος δε νοείται μόνον ο μερικός και υπό προϋποθέσεις  περιορισμός της κίνησης, πάντοτε όμως σε καθεστώς ελευθερίας. Ό, τι άλλο, προσκρούει στο Σύνταγμα (άρθρα 5 και 6), την ΕΣΔΑ και την οδηγία 2008/115/ΕΚ. Αυτό είναι απόλυτο.