imageΕκατόν εξήντα έξι περιστατικά ρατσιστικής βίας με 320 θύματα κατέγραψε το 2013 στην Ελλάδα το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας _ αριθμός ελαφρώς αυξημένος σε σχέση με πέρσι παρά τη μείωση που ακολούθησε την δολοφονία του Παύλου Φύσσα τον Σεπτέμβριο, αλλά που αποτελεί μόνο μέρος του συνολικού φαινομένου. Όπως όμως προειδοποίησαν τα μέλη του Δικτύου, παρουσιάζοντας την έκθεση για το 2013 την Τετάρτη, ύστερα από την «κοιλιά» που παρατηρήθηκε λόγω της σύλληψης στελεχών της Χρυσής Αυγής, από τον Φεβρουάριο και μετά διαφαίνεται πάλι«κινητικότητα»: π.χ. σε περιοχές όπως το Κερατσίνι και το Πέραμα επανέρχεται η βία.

Κουλτούρα ατιμωρησίας
«Η Χρυσή Αυγή δεν ταυτίζεται με την ρατσιστική βία, δεν την μονοπωλεί», είπε ο Κωστής Παπαϊωάννου, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) που συμμετέχει στο Δίκτυο. «Η αστυνομική βία συναντιέται σε μεγάλο πεδίο με την ρατσιστική».
Από τα περιστατικά που καταγράφηκαν, τα 44 αφορούν βία από ένστολους (από τα οποία τα δύο μόνο αφορούν λιμενικούς καθώς το Λιμενικό υποεκπροσωπείται στις καταγραφές λόγω του ότι το Δίκτυο δεν διαθέτει παρουσία σε όλη την Ελλάδα). Ο κ. Παπαϊωάννου έκανε λόγο για την «κουλτούρα ατιμωρησίας που επικρατεί στα σώματα ασφαλείας».
Σε 75 περιπτώσεις, οι δράστες συνδέονται με εξτρεμιστικές ομάδες που κυκλοφορούν οργανωμένα, είτε με μηχανές είτε πεζή, συχνά συνοδεία μεγαλόσωμων σκυλιών, είναι ντυμένοι με μαύρα ρούχα ή στρατιωτικά παντελόνια, φορούν κράνη ή καλύπτουν τα πρόσωπά τους. Οι ομάδες αυτές περιπολούν τη νύχτα ως αυτόκλητοι πολιτοφύλακες και επιτίθενται σε μετανάστες και πρόσφυγες.
 Ενδιαφέρον έχει ότι σε τουλάχιστον 20 περιστατικά, τα θύματα στοχοποιήθηκαν λόγω ρατσισμού σε συνδυασμό με άλλα κίνητρα, όπως εργασιακή εκμετάλλευση. Παράδειγμα το γνωστό περιστατικό στη Νέα Μανωλάδα, όπου επιστάτες πυροβόλησαν τους ξένους εργάτες που ζητούσαν να πληρωθούν τα δεδουλευμένα τους. «Τα εγκλήματα μίσους μεικτού κινήτρου είναι κατεξοχήν ρατσιστικά εγκλήματα καθώς το θύμα στοχοποιείται και η αξιόποινη πράξη καθίσταται δυνατή ακριβώς λόγω της “διαφορετικότητάς” του», αναφέρει η έκθεση.
 Τα 103 από τα περιστατικά έλαβαν χώρα στην Αθήνα, κυρίως στο κέντρο, και τα περισσότερα από το σύνολο των 166 σε δημόσιους χώρους. Τα περισσότερα θύματα ήταν από το Μπαγκλαντές (164), το Αφγανιστάν (51) και το Πακιστάν (11).
«Ο κόσμος δεν καταγγέλλει γιατί φοβάται»
 «Το δίκτυο καλύπτει το κενό της επίσημης καταγραφής των περιστατικών ρατσιστικής βίας», είπε ο Γιώργος Τσαρμπόπουλος, επικεφαλής του γραφείου της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, με πρωτοβουλία της οποίας δημιουργήθηκε το Δίκτυο πριν από δυόμισι χρόνια και με την συμμετοχή δεκάδων οργανώσεων.
 Ενδεικτικό της ελληνικής πραγματικότητας είναι ότι από τα 166 περιστατικά που κατέγραψε το Δίκτυο, μόνο τα 33 καταγγέλθηκαν στην αστυνομία. Οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν όσα θύματα δεν έχουν νομιμοποιητικά έγγραφα (διότι για την πολιτεία το αδίκημα της παράτυπης εισόδου στη χώρα υπερισχύει της ρατσιστικής βίας). Αλλά και οι νόμιμοι μετανάστες συναντούν εμπόδια στην καταγγελία περιστατικών βίας, όπως την έλλειψη διερμηνέα. Διερμηνείς υπάρχουν μόνο στον 7ο όροφο της ΓΑΔΑ αλλά ο νόμιμος μετανάστης θα φθάσει ως εκεί μόνο αν καταφέρει να περάσει τους πολλαπλούς ελέγχους (πράγμα δύσκολο).
 «”Αν σας πάρω κατάθεση, πρέπει και να σας συλλάβω” και “Αν κάνετε μήνυση θα σας κάνει και η άλλη πλευρά μήνυση και θα κρατηθείτε” είναι δυο συνηθισμένες απαντήσεις που ακούν από αστυνομικούς τα θύματα ρατσιστικής βίας που επιχειρούν να την καταγγείλουν», είπε η δικηγόρος Ιωάννα Κούρτοβικ  
 «Μέχρι το 2010 είχαμε πολλά θύματα αλλά κανείς δεν μας πίστευε όταν λέγαμε ότι δεχόμαστε ρατσιστικές επιθέσεις. Ακόμα υπάρχει πρόβλημα. Ο κόσμος δεν καταγγέλλει γιατί φοβάται αλλά και γιατί, μετά απ’ όσα έχει περάσει στη χώρα του, λέει “ένα ξύλο παραπάνω δεν με νοιάζει”», είπε ο  Γιουνούς Μοχαμαντί, πρόεδρος του Συλλόγου Αφγανών Μεταναστών και Προσφύγων. «Τελευταία μειώθηκαν οι επιθέσεις αλλά αυξήθηκε ο φόβος. Οποιος έχει μαγαζί, όποιος ζει στο κέντρο αισθάνεται μόνιμο φόβο ότι θα του επιτεθούν».
 
Ψυχολογική στήριξη στα θύματα
 Ο κ. Μοχαμαντί ζήτησε να υπάρχει μεγαλύτερη στήριξη, κυρίως ψυχολογική, των θυμάτων. Ανέφερε τα εξής παραδείγματα: «Ο Χασάν, που του είχαν χαράξει το “Χ” στην πλάτη, δεν είχε καμία στήριξη. Σήμερα ζει στη Γαλλία. Ο Ρεζά, που είχε δεχθεί βίαιη επίθεση στο Περιστέρι, έπαθε φοβία, δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του. Τον έχουμε χάσει εδώ και δυο μήνες. Η έγκυος που δέχθηκε δυο φορές επίθεση στην Πλατεία Αττικής βρίσκεται σήμερα στο Αμβούργο. Μας είπε ότι φοβόταν για το αγέννητο μωρό της, το οποίο τελικά είναι καλά, αλλά αυτή που είχε μεγάλο πρόβλημα ήταν η εξάχρονη κόρη της, μπροστά στα μάτια της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι επιθέσεις. Το κοριτσάκι επί δυο μήνες δεν μπορούσε να κοιμηθεί και φώναζε».
Το θετικό είναι ότι από το φθινόπωρο του 2011, που άρχισε να λειτουργεί το Δίκτυο, συνέβαλε στην ανάδειξη του ζητήματος της ρατσιστικής βίας: από την απόλυτη άρνηση της ύπαρξής του, περάσαμε στον χαρακτηρισμό των περιστατικών ως «μεμονωμένα» για να φθάσουμε στην σημερινή αναγνώριση του φαινομένου.
Δυο είναι τα κυριότερα πεδία για βελτιώσεις στο άμεσο μέλλον, σύμφωνα το Δίκτυο: η πραγματική πρόσβαση των θυμάτων στην καταγγελία και η επαρκής διερεύνηση των περιστατικών ρατσιστικής βίας.
Πηγή: tovima.gr